Νεα και Ανακοινωση

Τεχνική ασφάλεια και κανονιστική ιεράρχηση κινδύνου

ΦΥΤΕΥΤΟ: Γιατί η μηχανική κρίση πρέπει να προηγείται της νομικής διαδικασίας σε θέματα άμεσου κινδύνου

Η ασφάλεια ενός τεχνικού έργου δεν αποτελεί αφηρημένη κοινωνική αξία αλλά μετρήσιμο τεχνικό αποτέλεσμα. Προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος ιεραρχεί τη γνώση, ενσωματώνει τη μηχανική κρίση στη λήψη αποφάσεων και αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο ως φυσικό φαινόμενο και όχι ως νομική διαφωνία. Οι πρόσφατες τραγικές εξελίξεις με επικίνδυνες οικοδομές στην Κύπρο ανέδειξαν ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο ή συγκυριακό αλλά δομικό και βαθιά συνδεδεμένο με τη θεσμική μας κουλτούρα.

Στον τεχνικό κόσμο ο κίνδυνος δεν είναι ζήτημα πρόθεσης ή συμμόρφωσης. Είναι αποτέλεσμα πιθανοτήτων αστοχίας, γήρανσης υλικών, μεταβολής φορτίων και αβεβαιότητας ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Η μηχανική επιστήμη δεν επιδιώκει την εξάλειψη της αστοχίας αλλά τη διαχείρισή της ούτως ώστε να μην εξελιχθεί σε καταστροφή. Αυτή η θεμελιώδης αρχή, ότι δηλαδή η αστοχία είναι αναπόφευκτη σε βάθος χρόνου, αποτελεί τον πυρήνα κάθε σοβαρού συστήματος ασφάλειας.

Σε ώριμα βιομηχανικά κράτη η ασφάλεια βασίζεται στη συστημική πρόβλεψη του λάθους. Οι κανονισμοί δεν γράφονται για τον ιδανικό χρήστη αλλά για τον κουρασμένο εργαζόμενο, τον απρόσεκτο πολίτη, τον κακοσυντηρημένο εξοπλισμό.

Η μηχανική κρίση μεταφράζεται απευθείας σε κανονιστική εντολή. Όταν ένα κτήριο χαρακτηρίζεται ως μη ασφαλές για χρήση τότε η λειτουργία του παύει άμεσα. Ο νομικός έλεγχος δεν προηγείται αλλά ακολουθεί.

Αυτή η προσέγγιση από κάποιους χαρακτηρίζεται ως «υπερβολική». Στην πραγματικότητα όμως είναι αυστηρά ορθολογική. Αν η ανθρώπινη συμπεριφορά αποτελεί τον πιο ασταθή παράγοντα ενός συστήματος τότε το σύστημα οφείλει να μην εξαρτάται από αυτήν για την αποφυγή του μοιραίου. Η ασφάλεια δεν βασίζεται στην καλή θέληση αλλά σε δομικούς περιορισμούς.

Στην Κύπρο ο κίνδυνος αντιμετωπίζεται κυρίως ως διοικητικό και νομικό ζήτημα. Η επικινδυνότητα μιας οικοδομής ενεργοποιεί διαδικασίες. Ειδοποιήσεις, προθεσμίες, δικαιώματα ακρόασης και τελικά, εφόσον απαιτηθεί, δικαστική κρίση. Σε αυτή την προσέγγιση η μηχανική αξιολόγηση λειτουργεί υποστηρικτικά και όχι δεσμευτικά. Η λογική του συστήματος προϋποθέτει χρόνο και συναίνεση.

Αυτή η προσέγγιση είναι συνεπής με τη γενικότερη λειτουργία ενός νομικο‑διοικητικού κράτους υπηρεσιών. Όμως στα τεχνικά θέματα ασφάλειας αυτή η προσέγγιση παράγει ένα κρίσιμο κενό που είναι η καθυστέρηση. Δυστυχώς η φυσική πραγματικότητα δεν συμμορφώνεται με διαδικασίες. Η στατική αστοχία δεν αναστέλλεται λόγω νομικής ένστασης. Και όταν η απόφαση καθυστερεί τότε η αστοχία προηγείται.

Το αποτέλεσμα είναι ένα θεσμικό παράδοξο. Ο κίνδυνος είναι γνωστός, τεκμηριωμένος και αναγνωρισμένος, αλλά δεν υπάρχει άμεσο εκτελεστό εργαλείο πρόληψης. Η ευθύνη διαχέεται, ο χρόνος περνά και η τραγωδία λειτουργεί ως ο τελικός «διαιτητής».

Η διαφορά αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά ποια γνώση θεωρείται κανονιστικά ισχυρή.

Στα βιομηχανικά κράτη η οικονομική και πολιτική ισχύς ιστορικά συνδέθηκε με την τεχνολογία, την παραγωγή και τη διαχείριση μεγάλων τεχνικών συστημάτων. Η μηχανική κρίση απέκτησε θεσμικό βάρος και ο νόμος διαμορφώθηκε γύρω από τη φυσική πραγματικότητα.

Αντιθέτως στην Κύπρο, στην οικονομική και πολιτική ισχύ η γνώση που δεσμεύει είναι η νομική. Η μηχανική κρίση καλείται να τεκμηριώσει και όχι να αποφασίσει. Αυτό δεν αποτελεί αξιολογική κρίση αλλά περιγραφή ενός μοντέλου κράτους που δεν έχει ενσωματώσει τη μηχανική αξιολόγηση ως πρωτογενή πηγή κανονιστικότητας σε θέματα κινδύνου.

Η συνέπεια είναι εμφανής στη νομοθεσία. Ο νόμος προηγείται της φύσης. Και όταν συμβαίνει αυτό τότε η φύση τελικά επιβάλλεται με τον πιο βίαιο τρόπο.

Το κόστος αυτής της κουλτούρας δεν περιορίζεται σε διοικητική αναποτελεσματικότητα. Μετριέται σε ανθρώπινες ζωές. Μετά από κάθε τραγωδία ακολουθούν έρευνες, πορίσματα και καταλογισμοί ευθυνών. Σπάνια όμως αλλάζει ο μηχανισμός πρόληψης. Το σύστημα είναι ικανό να τιμωρεί το παρελθόν αλλά όχι να εξοπλίζει το μέλλον.

Η ειρωνεία είναι ότι τα κράτη που συχνά επικρίνονται για την «υπερβολική» τους έμφαση στην ασφάλεια αν υιοθετούσαν ένα καθαρά νομικο‑διοικητικό μοντέλο θα αντιμετώπιζαν περισσότερες απώλειες από ατυχήματα από ό,τι τώρα. Η αυστηρότητα δεν είναι ιδεολογική επιλογή αλλά είναι στατιστική αναγκαιότητα.

Το ζητούμενο δεν είναι η υποκατάσταση της νομικής προστασίας από μηχανικό αυταρχισμό αλλά η αντιστροφή της σειράς. Σε περιπτώσεις άμεσου τεχνικού κινδύνου η μηχανική κρίση πρέπει να έχει δεσμευτική ισχύ, με τον νομικό έλεγχο να ακολουθεί. Ο νόμος οφείλει να οργανώνει την ασφάλεια όχι να τη φιλτράρει εκ των προτέρων.

Μια τέτοια μετατόπιση δεν απαιτεί θεσμική επανάσταση. Απαιτεί αναγνώριση ότι η τεχνική ασφάλεια είναι ζήτημα πρωτίστως της μηχανικής γνώσης και δευτερευόντως της νομικής γνώσης. Όσο αυτό δεν γίνεται τότε κάθε νέα τραγωδία θα αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση και όχι ως αποτυχία του συστήματος.

Δρ Γεώργιος Παναγή, Ηλεκτρονικός Μηχανικός, Μέλος ΕΤΕΚ