Δημοσίευση
Ασφάλεια στην εργασία: αρκεί η πρόοδος που καταγράφουμε;


Τον Σεπτέμβριο, μέσα σε διάστημα μόλις τεσσάρων ημερών, ο ημερήσιος Τύπος κατέγραψε δύο σοβαρά εργατικά ατυχήματα στον κατασκευαστικό τομέα στην Κύπρο, εκ των οποίων το ένα θανατηφόρο. Η συχνότητα των περιστατικών αυτών δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για το κατά πόσο η ασφάλεια στους χώρους εργασίας αποτελεί πράγματι μια ιστορία επιτυχίας ή αν η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ό,τι δείχνουν οι συνολικοί αριθμοί.
Σύμφωνα με δεδομένα της Στατιστικής Υπηρεσίας από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, ο συνολικός αριθμός των εργατικών ατυχημάτων στη χώρα έχει μειωθεί σημαντικά. Όπως φαίνεται στο γράφημα, τα δηλωμένα εργατικά ατυχήματα βρίσκονταν στο ζενίθ το 2008 με συνολικά 2.367 ατυχήματα. Έκτοτε διαγράφεται μια συνολικά πτωτική πορεία με ενδιάμεσες αυξήσεις με τα στοιχεία για το 2025 να αναφέρουν 1.276 ατυχήματα, τον μικρότερο αριθμό καταγεγραμμένων εργατικών ατυχημάτων από το 2004. Η συνολική εικόνα αποτελεί θετική ένδειξη βελτίωσης στον τομέα ασφάλειας στην εργασία και η πορεία αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε να υποβαθμιστεί.

Ωστόσο, τα ίδια δεδομένα δείχνουν και μια διαφορετική, πιο ανησυχητική εικόνα. Ενώ ο συνολικός αριθμός ατυχημάτων έχει μειωθεί σχεδόν κατά το ήμισυ από το 2008, ο αριθμός των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων παρουσιάζει έντονες ετήσιες διακυμάνσεις και επανεμφανιζόμενες εξάρσεις. Συγκεκριμένα, ο τομέας των κατασκευών αντιπροσωπεύει σημαντικό μέρος των θανατηφόρων περιστατικών σε πολλά από τα εξεταζόμενα έτη.
Η διαπίστωση αυτή πρέπει να οδηγήσει, τόσο τους επαγγελματίες όσο και τους κρατικούς φορείς, σε προβληματισμό. Εάν τα ατυχήματα έχουν μειωθεί κατά 46% στο σύνολο, αλλά οι ανθρώπινες απώλειες επιμένουν, τότε χρειάζεται να εξετάσουμε αν οι παρεμβάσεις μας εστιάζουν επαρκώς στην πρόληψη των σοβαρών και θανατηφόρων συμβάντων. Ίσως να έχουμε βελτιώσει τη διαχείριση των καθημερινών κινδύνων, χωρίς να έχουμε καταφέρει να περιορίσουμε αποτελεσματικά τις συνθήκες εκείνες που οδηγούν στα καταστροφικά συμβάντα.
Τα σοβαρά και θανατηφόρα ατυχήματα σπανίως οφείλονται σε μία μόνο αστοχία. Είναι συνήθως το αποτέλεσμα μιας σειράς τεχνικών, οργανωτικών και διοικητικών αστοχιών που προϋπήρχαν. Μια αλληλουχία από ελλιπή εκτίμηση κινδύνου, ανεπαρκή επίβλεψη, πίεση χρονοδιαγραμμάτων, ελλιπή επικοινωνία και λανθασμένες αποφάσεις καταλήγει συχνά σε ένα τραγικό αποτέλεσμα.
Τι πράττουμε όμως για να βελτιωθεί η πιο πάνω εικόνα; Τα μέτρα συμμόρφωσης, οι διαδικασίες και οι έλεγχοι παραμένουν απαραίτητα, δεν είναι όμως από μόνα τους αρκετά. Η ύπαρξη κράνους, γιλέκου ορατότητας και προειδοποιητικής σήμανσης δεν εξαντλεί την πραγματική ασφάλεια, η οποία δεν αρχίζει στο εργοτάξιο. Πρέπει να αρχίζει στο σχέδιο, στη μελέτη και στις αποφάσεις που λαμβάνονται πολύ πριν εμφανιστεί ο πρώτος εργαζόμενος στον χώρο. Ο σχεδιασμός των προσβάσεων, η επιλογή των μεθόδων κατασκευής, η διαχείριση των ανυψωτικών εργασιών, η πρόβλεψη προσωρινών κατασκευών και η συστηματική αξιολόγηση κινδύνων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επαγγελματικής ευθύνης των μηχανικών.
Ταυτόχρονα, θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζουμε την ασφάλεια αποκλειστικά ως ευθύνη του εργοδότη ή της διοίκησης. Υπάρχει και η ατομική ευθύνη του εκάστοτε εργαζομένου. Το σύνηθες σύνθημα “Safety starts with me” (η ασφάλεια ξεκινά από εμένα) δεν αποσκοπεί στη μεταφορά της ευθύνης στον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας αλλά υπενθυμίζει ότι κάθε εργαζόμενος καλείται, με την κατάλληλη εκπαίδευση, να αναγνωρίζει κινδύνους που ελλοχεύουν στις εργασίες που αναλαμβάνει. Καλείται επίσης να χρησιμοποιεί τα προβλεπόμενα μέσα προστασίας και, κυρίως, να αρνείται ή να διακόπτει μια εργασία όταν θεωρεί ότι οι υπάρχουσες συνθήκες δεν επιτρέπουν την ασφαλή εκτέλεσή της. Καμία προθεσμία, κανένα χρονοδιάγραμμα και καμία παραγωγική απαίτηση δεν μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη ζωή. Μια ώριμη κουλτούρα ασφάλειας προϋποθέτει ότι ο εργαζόμενος μπορεί να εκφράσει ανησυχίες χωρίς φόβο επιπτώσεων και ότι η διακοπή μιας μη ασφαλούς εργασίας αντιμετωπίζεται ως ένδειξη επαγγελματισμού και όχι ως εμπόδιο στην παραγωγικότητα.
Τέλος, η ευθύνη της Πολιτείας είναι εξίσου σημαντική. Με συνεχή εκπαίδευση, αποτελεσματική επιθεώρηση, ενίσχυση της κουλτούρας πρόληψης και συστηματική ανάλυση των αιτίων κάθε σοβαρού περιστατικού δημιουργούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη μακροπρόθεσμη βελτίωση των δεικτών ασφάλειας. Είναι σημαντικό να αποφεύγεται η εύκολη απόδοση ευθυνών αποκλειστικά σε «ανθρώπινο λάθος», καθώς μια τέτοια προσέγγιση συχνά αποκρύπτει τις βαθύτερες συστημικές αδυναμίες που επέτρεψαν στο λάθος να εξελιχθεί σε τραγωδία.
Η πραγματική επιτυχία θα μετρηθεί τη μέρα που κανένας εργαζόμενος δεν θα χάνει τη ζωή του προσπαθώντας να την κερδίσει. Μέχρι τότε, κάθε σοβαρό και θανατηφόρο ατύχημα θα αποτελεί υπενθύμιση ότι η ασφάλεια δεν είναι απλώς διοικητική υποχρέωση ούτε τυπική συμμόρφωση. Είναι θεμελιώδης ευθύνη όλων όσοι σχεδιάζουν, κατασκευάζουν, επιβλέπουν, διοικούν και εργάζονται. Η ευθύνη αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κοινή αξία και όχι ως ατομικό βάρος.
Δρ Μιχάλης Μπενάκης
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός